Αἴαντε

Αἴας
masc nom/voc/acc dual

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Dual (grammatical number) — Dual (abbreviated du) is a grammatical number that some languages use in addition to singular and plural. When a noun or pronoun appears in dual form, it is interpreted as referring to precisely two of the entities (objects or persons) identified …   Wikipedia

  • κελευτιώ — κελευτιῶ, άω (Α) (θαμιστ. τού κελεύω απαντά μόνο στη μτχ. ενεστ. ως επικ. τ.) προτρέπω, ξεσηκώνω, παροτρύνω συνεχώς («Αἴαντε κελευτιόωντ ἐπὶ πύργων πάντοσε φοιτήτην» οι δύο Αίαντες σύχναζαν παντού πάνω στους πύργους παροτρύνοντας συνεχώς τους… …   Dictionary of Greek

  • Αἴανθ' — Αἴαντα , Αἴας masc acc sg Αἴαντι , Αἴας masc dat sg Αἴαντε , Αἴας masc nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἴαντ' — Αἴαντα , Αἴας masc acc sg Αἴαντι , Αἴας masc dat sg Αἴαντε , Αἴας masc nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.